Η παραβατικότητα παιδιών και εφήβων αποτελεί ένα πολυδιάστατο κοινωνικό και ψυχολογικό φαινόμενο, που συχνά προκαλεί ανησυχία τόσο στις οικογένειες όσο και στην εκπαιδευτική και θεραπευτική κοινότητα. Περιλαμβάνει συμπεριφορές που παραβιάζουν κοινωνικούς κανόνες και νόμους, όπως βία, κλοπές, βανδαλισμούς, χρήση ουσιών, αντικοινωνική στάση ή και πιο ήπιες καταστάσεις όπως η συστηματική άρνηση συνεργασίας με σημαντικούς άλλους ακόμη και ενήλικες, η πλήρης και συστηματική αδιαφορία για τα αιτήματα των γονέων/δασκάλων/ λοιπών ενηλίκων π.χ γειτόνων, γιατρών κτλ, οι προκλητικές συμπεριφορές, οι βωμολοχίες και πολλά άλλα.
Ωστόσο, συνήθως πίσω από την παραβατική συμπεριφορά κρύβεται η ανάγκη έκφρασης βαθύτερων συναισθηματικών, αναπτυξιακών και περιβαλλοντικών δυσκολιών. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να καταστεί σαφές ότι η παιδική και εφηβική παραβατικότητα δεν έχει μία μόνο αιτία και είναι ένα πολυεπίπεδο ψυχολογικό και κοινωνικό φαινόμενο το οποίο οφείλει να μελετάται και σε κοινωνιολογική κλίμακα- λαμβάνοντας δηλαδή υπόψη το ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννιέται και συντηρείται (δεν μπορεί για παράδειγμα να είναι ίδια η ανάλυση της παραβατικότητας στα παιδιά της δεκαετίας του ‘80, με την ανάλυση της παιδικής παραβατικότητας που συναντάμε σήμερα) και να μην μένει μόνο στους ατομικούς και προσωπικούς παράγοντες που αφορούν την κάθε περίπτωση.
Ο/η θεραπευτής/-τρια οφείλει να είναι ενημερωμένος/-η για τις συγκεκριμένες κοινωνιολογικές αναλύσεις, να τις εντάσσει ως ένα επιπλέον φίλτρο επεξεργασίας στις περιπτώσεις με τις οποίες ασχολείται και να μοιράζεται αυτή τη γνώση, όπου είναι χρήσιμο, με τους γονείς και τους λοιπούς ενήλικες εμπλεκόμενους.

Έχοντας υπογραμμίσει τα παραπάνω, παρατίθενται σε ένα εντελώς γενικευτικό πλαίσιο μερικοί οικογενειακοί, ατομικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες που μπορεί να συμβάλλουν ανάμεσα σε άλλους στην εμφάνιση της παραβατικότητας σε παιδιά και εφήβους:
- Έλλειψη σταθερών ορίων στο σπίτι ή υπερβολικά αυστηρή πειθαρχία
- Συναισθηματική παραμέληση
- Ενδοοικογενειακές συγκρούσεις ή βία
- Απουσία γονέα λόγω φόρτου εργασίας
- Απώλεια/ πένθος
- Δυσκολία στη ρύθμιση συναισθημάτων
- Χαμηλή αυτοεκτίμηση
- Παρορμητικότητα
- Τραυματικές εμπειρίες (π.χ. κακοποίηση)
- Σχολικός εκφοβισμός
- Περιθωριοποίηση
- Επιρροή συνομηλίκων
- Έλλειψη θετικών προτύπων
Στη θεραπευτική διαδικασία, η παραβατική συμπεριφορά αναγιγνώσκεται ως κραυγή βοήθειας, ως ένα μήνυμα ότι το παιδί ή ο έφηβος δυσκολεύεται να αντεπεξέλθει με πιο λειτουργικούς τρόπους σε κάποιες δυσκολίες που το πιθανότερο είναι πως ούτε το ίδιο δεν αντιλαμβάνεται γνωστικά.
Εξίσου σημαντικό είναι να τονιστεί πως ιδιαίτερα στην εφηβεία, η αμφισβήτηση, η δοκιμή ορίων και η αντίσταση στις επιθυμίες των ενηλίκων αποτελούν μέρος της φυσιολογικής αναπτυξιακής πορείας. Αυτές οι συμπεριφορές δεν είναι σε καμία περίπτωση παραβατικές.
Οι συμπεριφορές λοιπόν που προσεγγίζονται ως παραβατικές θα πρέπει να διαχωρίζονται από τις αναπτυξιακά αναμενόμενες και να έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
- Είναι επαναλαμβανόμενες
- Κλιμακώνται σε σοβαρότητα
- Συνοδεύονται από έλλειψη ενοχής ή ενσυναίσθησης
- Διαταράσσουν σημαντικά τη σχολική, οικογενειακή ή κοινωνική λειτουργικότητα
Η ψυχοθεραπεία σε αυτό το πλαίσιο δεν στοχεύει σε καμία περίπτωση στην «τιμωρία» ή τη συμμόρφωση του παιδιού/εφήβου, αλλά στην κατανόηση και στον μετασχηματισμό της συμπεριφοράς του. Η εμπιστοσύνη εδώ είναι πάρα πολύ κεντρικής σημασίας. Πολλά παραβατικά παιδιά και έφηβοι έχουν βιώσει απόρριψη ή στιγματισμό. Ο/η θεραπευτής/-τρια οφείλει να λειτουργεί ως μία σταθερή, μη επικριτική φιγούρα βάζοντας ταυτόχρονα υγιή όρια και χτίζοντας μία σχέση ασφάλειας. Η σχέση με τον/ τη θεραπευτή/- τρια γίνεται το βασικό εργαλείο αλλαγής ειδικά στους εφήβους. Το παιδί/έφηβος σιγά σιγά μαθαίνει- ανάμεσα σε άλλα-να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του, να τα εκφράζει με λόγια και όχι με πράξεις, να κατανοεί τη σύνδεση συναισθήματος – συμπεριφοράς, να ελέγχει τις παρορμήσεις του, να διαχειρίζεται τον θυμό του, να αντέχει τη ματαίωση, και να συγκρούεται χωρίς να προβαίνει σε παραβατικές συμπεριφορές.
Η οικογενειακή συμβουλευτική ή θεραπεία είναι απαραίτητη και στο γραφείο μας αποτελεί προϋπόθεση για να αναλάβουμε ένα παιδί ή έφηβο. Οι γονείς δεν γίνεται να απομονώνονται από την θεραπεία των παιδιών, πρέπει να γίνονται ενεργοί αρωγοί της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας και να έχουν ταυτόχρονα και την ευκαιρία για τη δική τους έκφραση και επεξεργασία συναισθημάτων. Μέσα από την οικογενειακή θεραπεία δίνεται η ευκαιρία να επανεξεταστούν όρια και ρόλοι, να βελτιωθεί η επικοινωνία όλων των μελών και να ενισχυθεί η συναισθηματική διαθεσιμότητα.
Όπου χρειάζεται, η ψυχοθεραπευτική δουλειά συνδέεται με το σχολείο ή άλλους φορείς, ώστε να υπάρχει ενιαία και υποστηρικτική αντιμετώπιση. Ο τελικός στόχος δεν είναι απλώς η μείωση της παραβατικής συμπεριφοράς, αλλά η ενίσχυση της ταυτότητας,η ανάπτυξη της ενσυναίσθησης, η καλλιέργεια της υπευθυνότητας και η δημιουργία υγιών τρόπων σύνδεσης με τους άλλους.
Συγγραφή άρθρου:
Μαρίνα Βεργοπούλου
Ψυχολόγος – Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια, MSc
Επιμέλεια άρθρου:
Φρόσω Φωτεινάκη
Συμβουλευτική Ψυχολόγος & Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεύτρια

