Στη μεταμοντέρνα εποχή, γίνεται ολοένα και πιο αποδεκτό «να μιλάμε για τον πόνο μας»· να ονομάζουμε ανοικτά τι μας έχει πληγώσει. Η αποκάλυψη ενός επώδυνου βιώματος δεν αποτελεί πλέον ανθρώπινη αδυναμία, καθώς εκείνος που τολμά να εκτεθεί και να μιλήσει για το τραύμα του, θα βρει κυρίως την αποδοχή και τη συμπόνια της πλειονότητας, κάτι που μοιάζει απελευθερωτικό τόσο για εκείνον όσο και για αυτούς που ενδεχομένως να έχουν βιώσει κάτι παρόμοιο.
Με ποιον τρόπο, όμως, ακούγεται εκείνος που τολμά να ονοματίσει κάτι τόσο βαθιά προσωπικό; Ανοίγει άραγε αυτό το μοίρασμα χώρο για μια ουσιαστική σύνδεση με τους άλλους ή εντάσσεται στη διαρκή ροή της πληροφορίας, καταναλώνεται γρήγορα μέσα σε μια καθημερινότητα που τρέχει, όπως κάθε άλλο στιγμιότυπο στο ατελείωτο feed; Άλλωστε σε έναν κόσμο που κινείται με ταχύτητα ενώ παραμένει υπερσυνδεδεμένος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το προσωπικό γίνεται εύκολα κοινό. Το ερώτημα είναι: αυτό το μοίρασμα προλαβαίνει να μας αγγίξει κιόλας;
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο όπου η έκφραση της ευαλωτότητας παύει να είναι απειλητική, δεν είναι παράδοξο που ανθίζει ολοένα και περισσότερο η δημοτικότητα και η ζήτηση της ψυχοθεραπείας. Δεδομένου ότι οι σταθερές, που άλλοτε οργάνωναν τη ζωή έχουν υποχωρήσει και οι κοινωνικοί ρόλοι δεν είναι πια αυστηρά προκαθορισμένοι, ο άνθρωπος καλείται να προσδιορίσει ο ίδιος ποιος είναι και ποια κατεύθυνση θέλει να έχει μέσα σε μια πληθώρα επιλογών. Η ταυτότητα δεν προσφέρεται έτοιμη, αλλά πλάθεται και επαναπροσδιορίζεται συνεχώς, μια διαδικασία που, αν και προοδευτική, συχνά συνοδεύεται από αβεβαιότητα και απαιτητικές προκλήσεις.
Η ψυχοθεραπεία έρχεται έτσι να αποτελέσει έναν χώρο όπου μπορεί κανείς να απευθυνθεί για να μιλήσει και να ακουστεί, αναζητώντας λύση στο πρόβλημά του ή μια εξήγηση σε ένα σύμπτωμα, που δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί, ενώ άλλοι εισέρχονται στο θεραπευτικό δωμάτιο χωρίς κάποιο σαφές αίτημα, περισσότερο με την αίσθηση ότι «κάτι δεν πάει καλά» ή έχοντας την περιέργεια να γνωρίσουν βαθύτερα τον εαυτό τους.
Όσο λοιπόν, το ψυχολογικό λεξιλόγιο και έννοιες της ψυχικής υγείας διαχέονται όλο και περισσότερο στην καθημερινότητα, η ψυχοθεραπεία ξεπερνά τα όρια της προσωπικής διεργασίας. Όπως το τραύμα βρίσκει σήμερα ευκολότερα χώρο να εκφραστεί, έτσι και η
θεραπεία κερδίζει συνεχώς έδαφος καθώς γίνεται ολοένα και πιο ορατή. Αυτό σημαίνει πως το «κάνω θεραπεία» συχνά μπορεί να προσφέρει ακόμα μια ταυτότητα: του ανθρώπου που αυτοφροντίζεται, καθώς μιλά για τα τραύματά του. Είναι όμως αυτό αρκετό; Και σε τι εξυπηρετεί, όταν σκοπός είναι να αναγνωριστεί και να αναδειχθεί το τραύμα;
Σε αυτό το σημείο, αν η ψυχοθεραπεία περιοριστεί σε ακόμη έναν χώρο επιβεβαίωσης, τότε κινδυνεύει να χάσει τον προσανατολισμό της, καθώς θα καταλήγει να λειτουργεί ως άλλοθι: εκεί δηλαδή όπου θα ευνοεί το ίδιο το τραύμα να μετατρέπεται σε ταυτότητα και την ευαλωτότητα σε μια μορφή ψευδο-αθωότητας. Μια διάγνωση ή μια ερμηνεία μπορεί πράγματι να ανακουφίσει επειδή δίνει όνομα και υπόσταση σε ό,τι μέχρι πρότινος βιωνόταν ως ανεξήγητα επώδυνο. Όμως, η βαθύτερη ψυχική ποιότητα εξασφαλίζεται με την επεξεργασία, που προϋποθέτει συμμετοχή και μετακίνηση, όχι μια στείρα κατανόηση ενός αμέτοχου παρατηρητή. Όταν το παρελθόν χρησιμοποιείται για να εξηγήσει τα πάντα, χωρίς να μας καλεί να αναστοχαστούμε τον τρόπο που επιλέγουμε να υπάρχουμε και να σχετιζόμαστε, η θεραπεία γίνεται όπλο για μια μάχη, που διεκδικείται η δικαίωση. Μια μάχη που, αντί να οδηγεί στη λύτρωση, καλλιεργεί ένα «κάκιωμα», το οποίο απονεκρώνει τη δυνατότητα ενός αγαπητικού τρόπου ύπαρξης και εντείνεται το αίσθημα του «δεν φταίω».
Μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς πώς η ψυχοθεραπεία, ως σύγχρονη και κοινωνικά αποδεκτή τάση, μπορεί να παραμείνει ωφέλιμη, αλλά με ποιον τρόπο οι άνθρωποι την προσεγγίζουμε και τι της ζητάμε· θα αποτελεί μια διαδικασία που θα λειτουργεί ως ευκαιρία ουσιαστικής συνάντησης με την ολότητα του εαυτού μας – με τα τραύματα αλλά και τις επιθυμίες, τις επιλογές και την ευθύνη για ζωή, η οποία θα μας αποδεσμεύσει από την απλή επιβίωση;
Το τραυματικό γεγονός μάς καλεί να το επεξεργαστούμε με τρόπο που να μην καθορίζει ολόκληρη την ύπαρξη, αλλά να επιτρέπει στην ύπαρξη να νοηματοδοτηθεί μέσα από αυτό. Εκεί όπου το τραύμα δεν γίνεται σημείο καθήλωσης, αλλά αφετηρία μετακίνησης. Μια μετακίνηση από την παθητική αποδοχή του μοιραίου, στη συνειδητότητα των επιλογών μας και τις διορθωτικές κινήσεις, που απορρέουν μέσα από την επιθυμία να συναντήσουμε τους ανθρώπους μας με γνησιότητα και πληρότητα. Μια μετακίνηση, η οποία ενώ ξεκινά από την ανάγκη να απελευθερωθούμε από τα δεσμά που μας εγκλωβίζουν, στρέφεται προς την υπεράσπιση μιας ελευθερίας, που δεν χαρίζεται, αλλά κατακτάται συνεχώς μέσα από τον αναστοχασμό και την επεξεργασία. Μιας ελευθερίας, που γεννιέται από το πείσμα για διαρκή ανάπτυξη, από το θάρρος να μας θέτουμε υπαρξιακά ερωτήματα και από την αγωνία να μας υπερβαίνουμε.
Συγγραφή άρθρου:
Μαρία Ντάσιου
Ψυχολόγος – Υπαρξιακή / Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια
Επιμέλεια άρθρου:
Φρόσω Φωτεινάκη
Συμβουλευτική Ψυχολόγος & Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεύτρια

