Η ψυχοθεραπεία είναι ένα επάγγελμα βαθιά απαιτητικό, πολύπλοκο και έντονο.
Ο/η ψυχοθεραπευτής/-τρια καλείται καθημερινά ανάμεσα σε πολλά άλλα να είναι παρών/-ούσα, διαθέσιμος/-η,συγκεντρωμένος/-η και συναισθηματικά ρυθμισμένος/-η, προκειμένου να συνοδεύει τους θεραπευόμενους σε δύσκολες εσωτερικές διαδρομές. Αυτές οι προϋποθέσεις σε συνδυασμό με την ανάγκη με τη συνεχή δημιουργία χρήσιμων συνδέσεων στη θεραπευτική διαδικασία, τη δημιουργία κατάλληλων υποθέσεων, την ανάπτυξη εξατομικευμένων θεραπευτικών πλάνων, τη συνεχόμενη εποπτεία, τη δέσμευση στον κώδικα δεοντολογίας και τη στοχο-προσήλωση στην επιτυχημένη υποστήριξη των θεραπευόμενων καθιστά τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας ιδιαίτερα ευάλωτους στην επαγγελματική εξουθένωση.
Η επαγγελματική εξουθένωση δεν είναι απλώς κούραση. Πρόκειται για μια κατάσταση σωματικής, ψυχικής και συναισθηματικής εξάντλησης, που συχνά συνοδεύεται από αποστασιοποίηση, μειωμένη ενσυναίσθηση, κυνισμό και αίσθημα αναποτελεσματικότητας.
Όταν ο ψυχοθεραπευτής λειτουργεί διαρκώς χωρίς επαρκή ξεκούραση, διαλείμματα και προσωπικό χώρο, η επαγγελματική εξουθένωση δεν αργεί να εμφανιστεί. Τα διαλείμματα από την εργασία —είτε πρόκειται για μικρά καθημερινά διαλείμματα, είτε για μεγαλύτερες περιόδους όπως γιορτές, αργίες και καλοκαιρινές διακοπές— δεν αποτελούν πολυτέλεια του ψυχοθεραπευτικού επαγγέλματος. Είναι βασική προϋπόθεση ψυχικής υγείας και επαγγελματικής βιωσιμότητας.\
Συγκεκριμένα, η ξεκούραση επιτρέπει στον/στην θεραπευτή/-τρια να επαναφορτίσει το νευρικό του σύστημα, να αποκαταστήσει τη συναισθηματική του διαθεσιμότητα, να διατηρήσει καθαρή σκέψη και κλινική κρίση και να παραμείνει ουσιαστικά παρών/-ούσα στη θεραπευτική σχέση.

Ένας/μία ξεκούραστος/-η ψυχοθεραπευτής/-τρια μπορεί να ακούσει βαθύτερα, να αντέξει δύσκολα συναισθήματα και να ανταποκριθεί με αυθεντική ενσυναίσθηση. Αντίθετα, η χρόνια κόπωση οδηγεί συχνά σε μειωμένη ευαισθησία και αυξημένο κίνδυνο λαθών. Η ξεκούραση, λοιπόν, δεν είναι απλώς αυτοφροντίδα· είναι και επαγγελματική ευθύνη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το έμμεσο μήνυμα που μεταδίδει ο/η θεραπευτής/-τρια μέσα από τη στάση ζωής του/της. Όταν ένας/μία θεραπευτής/-τρια προτρέπει τους/τις θεραπευόμενους/-ες να θέτουν όρια, να φροντίζουν τον εαυτό τους, να ξεκουράζονται και να ακούνε τις ανάγκες τους αλλά ο/η ίδιος/-ια λειτουργεί διαρκώς χωρίς διακοπές από τη δουλειά, χωρίς χώρο για ξεκούραση και προσωπική ζωή, τότε δημιουργείται μια ασυνέπεια στη θεραπευτική σχέση. Το μήνυμα που περνά, έστω και ασυνείδητα, είναι ότι η αυτοφροντίδα είναι «θεωρητικά σωστή», αλλά στην πράξη δεν εφαρμόζεται.
Αυτό μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, ενοχές ή ακόμα και αμφισβήτηση στους/στις θεραπευόμενους/-ες.
Επιπλέον, είναι απαραίτητο να αναφερθεί πως οι θεραπευόμενοι/-ες που δυσκολεύονται στην κατανόηση της ανάγκης για μικρά διαλείμματα βιώνουν συχνά φόβο εγκατάλειψης, άγχος αποχωρισμού και δυσκολία να μείνουν μόνοι με τον εαυτό τους. Όλα αυτά τα συναισθήματα είναι βαθιά ανθρώπινα και πολύ κατανοητά. Εντούτοις είναι και πολύ σημαντικές πηγές πληροφορίας για τη συνέχιση της θεραπευτικής διαδικασίας καθώς μπορούν να αποκαλύψουν νέους στόχους και δυναμικές στη θεραπευτική σχέση που δεν ήταν εμφανείς και πρέπει να δουλευτούν.
Κοινός παρονομαστής των σωστών θεραπευτικών διαδικασιών είναι η αποδέσμευση του/της θεραπευόμενου/-ης από τη θεραπεία και η δημιουργία μιας σχέσης υποστήριξης αλλά όχι εξάρτησης. Όταν, λοιπόν, σε μία ενδεχόμενη μικρή παύση στη θεραπευτική διαδικασία, όπως για παράδειγμα την περίοδο των καλοκαιρινών διακοπών, αναδυθεί δυσκολία διαχείρισης της συνθήκης από τον/την θεραπευόμενο/-η, αυτό αποτελεί μία εξαιρετική αφορμή για την επανεξέταση της θεραπευτικής σχέσης, των μοτίβων σχετίζεσθαι του/της θεραπευόμενου/-ης, τη διερεύνηση του ενδεχόμενου έλλειψης επαρκών πρακτικών ενίσχυσης της ανεξαρτησίας του/της θεραπευόμενου/-ης από τη θεραπευτική διαδικασία ως εκείνο το σημείο και την υπογράμμιση του απώτερου στόχου της διαδικασίας, δηλαδή της αποδέσμευσης από τη θεραπευτική σχέση και τη θεραπεία.
Συμπερασματικά, οι διακοπές που ανά διαστήματα οι θεραπευτές/-τριες ζητούν από τη θεραπευτική διαδικασία είναι αναγκαίες περίοδοι αποφόρτισης που διασφαλίζουν την επαγγελματική ποιότητα, φροντίζουν τη θεραπευτική σχέση και δίνουν χρόνο για πολύτιμες μετα- επεξεργασίες (συναισθηματικές και γνωστικές) και για τις δύο πλευρές.
Συγγραφή άρθρου:
Μαρίνα Βεργοπούλου
Ψυχολόγος – Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια, MSc
Επιμέλεια άρθρου:
Φρόσω Φωτεινάκη
Συμβουλευτική Ψυχολόγος & Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεύτρια

